-->

Viber- Γίνετε ρεπόρτερ της Kapa News

π. Ανδ. Κονάνος: Χρόνια πολλά στις καλές, τις γλυκές, τις άγιες, τις νορμάλ και τις… τρελές μάνες

Με λόγια συγκίνησης εύχεται χρόνια πολλά σε όλες τι μητέρες του κόσμου, ο πάτερ Ανδρέας Κονάνος, μέσα από τη σελίδα του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ο ίδιος, δε διστάζει να αναφερθεί και στις μητέρες οι οποίες δεν φέρθηκαν καλά στα παιδιά τους και όπως επισημαίνει, τα παιδιά τους του εμπιστεύθηκαν τις εμπειρίες τους.

Τέλος, εύχεται «χρόνια πολλά σε όλες τις μάνες του κόσμου. Τις καλές, τις γλυκές, τις άγιες, τις νορμάλ και τις… τρελές. Μάνες όλες».

Όλα όσα αναφέρει:

«ΜΑΝΕΣ ΠΟΛΛΕΣ, ΚΑΛΕΣ, ΓΛΥΚΙΕΣ, ΑΓΙΕΣ ΚΑΙ ΤΡΕΛΕΣ.
Άλλος αγαπά τη μάνα του πολύ και θέλει να της πει χίλια ευχαριστώ σήμερα για όλα.
Άλλος είναι πολύ θυμωμένος μέσα του κρυφά γι’ αυτό το πρόσωπο, και αναρωτιέται με νεύρα «τι ήθελες και με γέννησες, αφού δεν μπορούσες να σταθείς σωστά σαν μάνα».
Άλλος, μιλάει άνετα μπροστά στη μάνα του, έχει την τέλεια σχέση εμπιστοσύνης, ακουμπάει πάνω της τα βάσανα και τα προβλήματά του, και νιώθει απίστευτη γαλήνη και ξεκούραση.
Κι είναι κι ο νέος που τρέχει στα φαρμακεία να πάρει χάπια για τη μάνα του, την τρελή, την ψυχωσική, την άρρωστη και βασανισμένη.
Μα και πάλι την αγαπά. Διότι την βλέπει να παλεύει και να προσπαθεί.
Άλλος βλέπει τη μάνα του να μπεκροπίνει, να χαρακώνεται, να τζογάρει, να χαπακώνεται, να παίρνει ναρκωτικά, να λέει ψέματα, να έχει ψύχωση με το καθάρισμα, τις σκόνες, τις σκούπες και τα σφουγγαρόπανα. Να μαγειρεύει όλη μέρα, ή να βαριέται αφόρητα και να ειδικεύεται μόνο στο τοστ και την ομελέτα, ενώ το σπίτι μοιάζει με αχούρι.

Μάνες πολλές, παιδιά πολλά. Το καθένα μεταφράζει κι αντιδρά αλλιώς στο φέρσιμο της μάνας του.
Χαρακτήρες ποικίλοι. Άπειροι.
Τόσες και οι ερμηνείες γι’ αυτό το πρόσωπο το μοναδικό. Το ιερό, μα και τραγικό πολλές φορές.
Έχω ακούσει τόσες ιστορίες για μάνες, που με προσγειώνουν θέλω δεν θέλω.
Το μόνο σίγουρο, ότι δεν σκέφτονται όλοι λουλούδια και τριαντάφυλλα και καρτούλες ευχετήριες σήμερα, στη γιορτή της.

«Η μάνα μου με πετσόκοψε, με φρέναρε σ’ όλα τα ωραία της ζωής. Δεν με άφησε να προχωρήσω, να κάνω τη δουλειά που ήθελα, να σπουδάσω, να φτάσω εκεί που ήθελα».

«Αυτή με χώρισε απ’ την αγαπημένη μου, ήμασταν τρελά ερωτευμένοι, μα μπήκε αυτή στη μέση και όλα τα χάλασε»

«Καλή κουβέντα απ’ τα χείλη της δεν άκουσα, πάντα είχε κάτι για να με πικράνει. Όλα τα δικά μου, στραβά κι ανάποδα τα έβλεπε και τα έλεγε. Καταπίεση αφόρητη σε όλα: Πώς θα ντυθώ, πώς θα χτενιστώ, πώς θα κουρευτώ, πώς θα μιλήσω, πώς θα μασήσω. Παραφυλούσε με κάθε ευκαιρία να μου βρει ένα λάθος, κάτι που έκανα στραβά, να το μεγαλώσει, να με γεμίσει ενοχές, φοβίες, απειλές. Η μάνα μου ήταν «του γιατρού», μα ήθελε όλους να μας κάνει καλά και να μας διορθώσει. Όλα τα ήξερε αυτή. Α, και έβριζε πολύ. Σπάνια έλεγε το όνομά μου»

«Χειριστική, έλεγχος σε όλα. Φωνές στο σπίτι, σαν να με ζήλευε, σαν να με αγαπούσε τόσο πολύ, μα άρρωστα, που γινόταν παράνοια όλο αυτό και χάναμε τη λογική, το μέτρο, την ισορροπία. Η αγάπη της ήταν καταστροφική, ένας σκέτος όλεθρος».

«Εγώ, δεν μπόρεσα ποτέ μπροστά της να ανοιχτώ, να εκφραστώ, να κλάψω, να γελάσω. Με έκανε άβουλη, μου νέκρωσε την ψυχή, κάτι σαν απονεύρωση. Ήθελε να ζω μέσα απ’ τη δική της ζωή μονάχα, να πιστεύω αυτά που πίστευε αυτή, να μην έχω άποψη δική μου για τίποτε. Και τώρα που παντρεύτηκα, τα βγάζω κι εγώ πολλά απ’ αυτά στον άντρα μου και στα παιδιά μου».

«Τη θυμάμαι που έψαχνε κρυφά στο κινητό μου, έβλεπε τα μηνύματα και ήθελε να με ελέγχει για όλους τους φίλους και τις φίλες. Τι έλεγα, πού πήγαινα, τι αγόραζα, τι θαύμαζα».

«Εγώ είχα μάνα θεούσα, κύριε πάτερ. Ό, τι χειρότερο για να τρελαθείς, να ζήσεις την παράνοια, και να χάσεις την πίστη σου στο Θεό και στα πάντα. Ζούσαμε όλοι σπίτι μας μια τρέλα. Μπήκε στη θρησκεία και κατάντησε ανέραστη κι ανόρεχτη για όποια χαρά της ζωής. Μάλλον, δεν κατάντησε, έτσι ήταν πάντα. Μα μπήκε στη θρησκεία και το τερμάτισε. Όλα τα έλεγε αμαρτία. Κάθε μου πράξη ήταν γι’ αυτήν δαιμονική, πειρασμική, επικίνδυνη. Χορτάσαμε όλοι σ’ αυτό το σπίτι Κόλαση. Τη φάγαμε με το κουτάλι, κάθε μέρα μας τάιζε κι από λίγο. Όσο μίλαγε για τα σκοτάδια και τις απειλές, δεν τη θυμάμαι να μίλησε για τον Χριστό, το Φως και τη χαρά. Μούτρα, ξινίλα και γκρίνια. Για όλα. Μόνο με τους παπάδες χαιρότανε, μόνο που αυτοί δεν την ξέρανε καθόλου, ποια ήτανε στ’ αλήθεια. Βιτρίνα παντού. Τον πατέρα μου τον κατάντησε χειρότερο από ασκητή, η μοναξιά του ήταν αφόρητη, δεν ένιωσε άντρας και αρσενικό κοντά της από εκείνη τη χρονιά της «στροφής» της, όπως έλεγε, που ήταν η χρονιά που της έστριψε τελικά. Της λέγαμε να πάει στο γιατρό, μας έλεγε δαιμονισμένους».

«Εμένα η μάνα μου είναι πόρνη, πάτερ μου. Μα είναι καλή, πονετική, κυρία. Όταν ερχόταν στο σχολείο για να πάρει τους βαθμούς μου, όλοι τη σέβονταν. Μεγάλη η ιστορία της, θέλουμε χρόνο να στην πω μια μέρα».

«Θυμάμαι, πάτερ μου, τη μέρα που είπα στη μάνα μου ότι είμαι λεσβία. Πώς δάκρυσε αρχικά, πώς μου είπε ότι το ήξερε, το καταλάβαινε από χρόνια. Και πώς μετά με πήρε αγκαλιά και με βεβαίωσε για την αγάπη και αποδοχή της. Και πόσο χάρηκα τότε για τη μάνα μου, πόσο περήφανη ένιωσα που είχα τέτοια μάνα. Θυμήθηκα τον φίλο μου το Μιχάλη που τόλμησε κι αυτός να πει στη μάνα του πως είναι ομοφυλόφιλος και πώς αυτόματα η «γλυκύτατη» μανούλα του τον έστειλε στο διάολο και του είπε να τσακιστεί να φύγει απ’ το σπίτι το συντομότερο. Και ήρθε και μου ‘πε με θυμό, με πίκρα, με απόγνωση, σε μια κατάσταση χαοτικού άγχους «η μάνα μου με έδιωξε, δεν θέλει να με ξέρει». Μάνα να σου πετύχει».

«Όταν η μάνα μου έπαθε εγκεφαλικό, μου άρεσε τόσο να της κρατώ γλυκά το χέρι. Τότε ήταν που της μίλησα για πρώτη φορά, εκεί που δεν καταλάβαινε τίποτα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που της μίλησα ανοιχτά. Της είπα πόσο την αγαπούσα, παρόλο που δεν μιλούσαμε ανοιχτά. Πρώτη φορά εκεί στο κρεβάτι του νοσοκομείου έκλαψα μπροστά στη μάνα μου. Εκεί, που δεν με καταλάβαινε ούτε καν ποιος είμαι. Τα αισθήματα, τα συναισθήματα και τα βαθύτερα της ψυχής, ήταν άγνωστες καταστάσεις για το σπίτι το δικό μας».

«Η μάνα μου ζει για πάντα μέσα μου. Πέθανε πριν 8 μήνες. Μα όσα μου είπε, όσα μου έδειξε, όσα κυρίως ήταν, όλα αυτά, και τα καλά και τα άσχημα, και τα ωραία και τα δηλητήρια, όλα είναι ακόμα μέσα μου. Η μάνα μου «κατσικώθηκε» μέσα μου, ήδη απ’ τα πέντε μου χρόνια, τότε που ήμουνα παιδί. Μπορεί να ταξίδεψα στο εξωτερικό, να πήγα για σπουδές και υποτροφίες Αγγλία, Αμερική και όπου Γης. Μα πάντα, στις βασικές αποσκευές μου κουβαλούσα τη μορφή της, τα λόγια της, τις πεποιθήσεις και συμβουλές της. Ευτυχώς η δικιά μου ήταν ωραίος άνθρωπος, νορμάλ, μια κανονική γυναίκα με καρδιά και αισθήματα. Ευτυχώς!»

Μπορώ να γράφω με τις ώρες για τις μάνες που γνώρισα στα τόσα χρόνια, μέσα από σένα…
Δεν κρίνω, δεν κατακρίνω καμία, κανέναν και τίποτε.
Κάτι σαν καθρέφτης μόνο έγινα για λίγο.
Έτσι, για να κοιταχτείς αν θες, να δεις αν σου πετάει κανα τσουλούφι…
Χρόνια πολλά σε όλες τις μάνες του κόσμου.
Τις καλές, τις γλυκές, τις άγιες,
τις νορμάλ και τις… τρελές.
Μάνες όλες».


Πηγή



Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

-->